Χάγη

Χάγη
η г. Гаага

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "Χάγη" в других словарях:

  • Χάγη — (Den Haag ή ’s Gravenhage). Πόλη (683.631 κάτ.) της Ολλανδίας, πρωτεύουσα της επαρχίας Νότιας Ολλανδίας, έδρα της κυβέρνησης και της αυλής και, ως τέτοια, de facto πρωτεύουσα της χώρας, αν και συνταγματική πρωτεύουσα είναι το Άμστερνταμ·… …   Dictionary of Greek

  • Ολλανδία — I Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με το Βέλγιο, Α με τη Γερμανία, και βρέχεται Β από τη Βόρεια θάλασσα.Το σημερινό έδαφος της Ο. προέκυψε μετά την αποχώρηση του Βελγίου, το 1830, από το βασίλειο της Ο., το οποίο είχε δημιουργηθεί το 1815 …   Dictionary of Greek

  • Γουλιέλμος — I Εξελληνισμένος τύπος του ονόματος δουκών της Ακουιτανίας, Γκιγιόμ (Guillaume). 1. Γ. Α’ ο Ευσεβής (; – 918). Δούκας της Aκουιτανίας (898 ή 909 918) και κόμης της Τουλούζ (885 918), γιος του Βερνάρδου κόμη της Ωβέρνης. Το 910 ίδρυσε το μοναστήρι …   Dictionary of Greek

  • Ίσραελ — (Israëls). Επώνυμο οικογένειας Ολλανδών ζωγράφων. 1. Γιόζεφ (Jozef, Γκρόνινγκεν 1824 – Χάγη 1911). Μαθήτευσε κοντά στον Κρούσεμαν στο Άμστερνταμ και έπειτα κοντά στον Πικό στο Παρίσι. Θεωρείται επικεφαλής των τοπιογράφων της ζωγραφικής σχολής της …   Dictionary of Greek

  • Βερμέερ, Γιαν — (Jan Vermeer, Ντελφτ 1632 – 1675). Ολλανδός ζωγράφος. Ο Β. υπήρξε από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της Ολλανδίας και όλης της Ευρώπης, τον 17ο αι., ονομαστός για τις θαυμάσιες σκηνές σε εσωτερικούς χώρους και για τα αστικά τοπία του. Οι… …   Dictionary of Greek

  • Κλόος, Βίλεμ Γιόχαν Τεοντόρ — (Willem Johann Teodor Kloos, Άμστερνταμ 1859 – Χάγη 1938). Ολλανδός συγγραφέας. Αφοσιώθηκε στη μελέτη των κλασικών γραμμάτων και υπήρξε ένας από τους ιδρυτές (1885) και συντάκτες του περιοδικού De Nieuwe Gids, βασικού οργάνου του ρεύματος της… …   Dictionary of Greek

  • Κροατία — I Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κροατίας Έκταση: 56.542 τ. χλμ. Πληθυσμός: 4.535.054 (2001) Πρωτεύουσα: Ζάγκρεμπ (691.724 κάτ. το 2001)Κράτος της νοτιοανατολικής Ευρώπης, στη Βαλκανική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΝΑ με τη Βοσνία Ερζεγοβίνη και το …   Dictionary of Greek

  • Μόντριαν, Πέτερ Κορνέλις — (Peter Cornelis Mondrian ή Mondriaan, Άμερσφορτ 1872 – Νέα Υόρκη 1944). Ολλανδός ζωγράφος. Σε ηλικία 20 ετών παρά τη θέληση του πατέρα του που επιθυμούσε να γίνει δάσκαλος, παρακολούθησε μαθήματα στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Άμστερνταμ όπου… …   Dictionary of Greek

  • Σπινόζα, Μπαρούχ ντε- — (Spinoza). Ολλανδός φιλόσοφος (Άμστερνταμ 1632 Χάγη 1677), ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος, μαζί με τον Ντεκάρτ και το Λάιμπνιτς, της προκαντιανής ορθολογιστικής φιλοσοφίας. Από εβραϊκή οικογένεια που είχε καταφύγει από την Ισπανία στην Ολλανδία… …   Dictionary of Greek

  • Τεμπλ — (Temple). Οικογένεια Άγγλων ευγενών. Τα κυριότερα μέλη της είναι: 1. Γουλιέλμος (1555 – 1627). Φιλόσοφος. Στην εποχή του είχε πανευρωπαϊκή φήμη. Το 1597 εξελέγη βουλευτής αλλά αργότερα αποσύρθηκε από την πολιτική και αφιερώθηκε αποκλειστικά στη… …   Dictionary of Greek

  • Greek exonyms — Below is a list of modern day Greek language exonyms for European places outside Greece. Place names that are not mentioned are generally referred to in Greek by their respective names in their native languages, or at the closest pronunciation a… …   Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»